[ΚΕΙΜΕΝΑ - ΑΡΘΡΑ]

Εκτύπωση κειμένου Αποθήκευση κειμένου σε '.pdf'

[<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ]

Πρεσβυτέρου Γεωργίου Διαμαντοπούλου

Ἀπαραίτητη ἡ νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας;

ό κείμενο ατό προκύπτει πό ρώτηση ναγνώστου)

ρώτηση: Για ποιό λόγο πιβάλλεται νηστεία τήν προηγούμενη μέρα πρίν τή Θεία Κοινωνία, πολύ περισσότερο τό Σάββατο που ο Κανόνες πιβάλλουν κτός το Μ. Σαββάτου,  κατάλυση τς νηστείας; Χριστός μας δέν παρέδωσε τό μυστήριο τς Θ. Εχαριστίας “σθιόντων ατν (τν μαθητν)”; Κατά τήν ποστολική ποχή τό μυστήριο δέν γινόταν μετά τό δεπνο; Στην κανονική παράδοση,  κτός π'τήν νηστεία πού ξεκιν πό τά μεσάνυχτα τς προηγούμενης μέρας,  δέν βρίσκω ναφορά γιά νηστεία τήν προηγούμενη μέρα τς Θ. Κοινωνίας. Δέν ρκον ο καθιερωμένες νηστεες πού σοφά χουν θέσει ο Πατέρες τν Οκουμενικν Συνόδων; ν κάποιος θέλει νσυνείδητα καί μέ  κατάλληλη προετοιμασία νά μεταλαμβάνει κάθε Κυριακή, δέν θά καταλήξει  στό νά εναι τό Σάββατο γι’ ατόν μέρα νηστείας πως Τετάρτη καί Παρασκευή; Δέν ναφέρομαι σέ περιόδους Τεσσαρακοστν.


ΑΠΟΚΡΙΣΗ


Ἡ νηστεία πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας προβλέπεται ὡς προετοιμασία,  διότι ἐμπίπτει στὶς γενικότερες διατάξεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων περί προετοιμασίας καί εἰδικότερα περὶ ἐγκρατείας πρὸ τῆς συμμετοχῆς στὴν Θεία Εὐχαριστία.

Ἐν πρώτοις ἀναφέρουμε ἐν παρόδῳ τὶς θεμελιώδεις προϋποθέσεις γιὰ τὴν Μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας ποὺ εἶναι τὸ νὰ εἶναι ὁ μέλλων νὰ κοινωνήσει Ὀρθόδοξος Χριστιανός,  βαπτισμένος ἀπὸ κανονικὸ ἱερέα μὲ ὑποστατὴ ἱερωσύνη,  τὸ νὰ ἐξομολογεῖται καὶ νὰ ἔχει εὐλογία ἀπὸ ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα,  ὁ ὁποῖος θὰ ἔχει τὰ διαπιστευτήρια τῆς Χάριτος,  γιὰ τὸ κάθε πότε θὰ μεταλαμβάνει,  καὶ νὰ τηρεῖ ἄλλες διατάξεις περὶ καθαριότητας (πρβλ. στὴν ἰστοσελίδα μας τὸ ἄρθρο «Θεολογικὴ τεκμηρίωση τοῦ μὴ ἐπιτρεπτοῦ συμμετοχῆς στὴν Θεία Κοινωνία,  ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐκκλησιασμοῦ γιὰ τὶς γυναῖκες κατὰ τὴν ἐμμηνοῤῥυσία») ποὺ προβλέπονται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες.

Κατόπιν τούτου ἐρχόμαστε καὶ στὸ θέμα τῆς νηστείας ὡς προϋπόθεσης μετάληψης τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Σὲ ὅ, τι ἀφορᾷ τὶς προϋποθέσεις συμμετοχῆς σὲ αὐτήν,  ἰδιαίτερα τονίζεται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας ἡ ἀνάγκη ἐγκρατείας ὡς προετοιμασία. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ συνάγεται ἀπὸ τοὺς Κανόνες ἐκείνους,  ποὺ ἐντέλλονται τὴν ἀποχὴ ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις πρὶν τὴν Θείαν Κοινωνία. Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ τῆς ἐγκρατείας ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις ὁδηγεῖ καὶ στὴν ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφές,   δηλαδὴ στὴ νηστεία· τὸ τελευταῖο ὅμως ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα τοῦ ἂν εἶναι ἔγγαμα,  ἢ ἄγαμα,  ἢ διαζευγμένα,  ἢ ἐν χηρείᾳ,  ὅπως θὰ ἀποδειχθεῖ παρακάτω. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ γενικότερη ἐγκράτεια, ποὺ προϋποθέτουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, στοὺς ὁποίους ἀναφερόμαστε στὴν συνέχεια,  εἶναι καθῆκον ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας.

Συγκεκριμένα,  γιὰ τοὺς ἐγγάμους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς καὶ σὲ ὅ, τι ἀφορᾷ τὴν ἐγκράτεια πρὶν τὴν Θεία Εὐχαριστία,  ἡ νηστεία συνάγεται καὶ ἀπὸ εἰδικώτερες διατάξεις ἐγκρατείας,  κατὰ τὶς ὁποῖες προβλέπεται ἀποχὴ ἀπὸ τὶς συζυγικὲς σχέσεις πρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας· γιὰ τοὺς μὲν Κληρικοὺς ἀπὸ τὸν 13ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἐφεξῆς ΣΤ΄ 13[1]),  ὁ ὁποῖος συνοψίζει καὶ δίδει τὸ ἀκριβὲς νόημα ἄλλων Ἱερῶν Κανόνων τῆς ἐν Καρθαγένῃ τοπικῆς Συνόδου (ποὺ ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὴν Πενθέκτη ὡς ἔχουσα οἰκουμενικὸ κῦρος),  δηλαδὴ τῶν 3,  4,  33 καὶ 70[2]· γιὰ τοὺς δὲ λαϊκοὺς προβλέπεται ἀπὸ τὸν 3ον Ἱερὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας (ἐφεξῆς Διον.) καὶ τοὺς 5ον καὶ 13ον Ἱεροὺς Κανόνες τοῦ Ἁγίου Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας (ἐφεξῆς Τιμοθ.).

Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ γιὰ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς συζυγικὲς σχέσεις προβλέπεται καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὰ ἑξῆς χωρία:

·         Στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου,  ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κατέβει ὁ Θεὸς στὸ ὅρος Σινά,  ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωυσῆ γιὰ τριήμερον ἐγκράτειαν καὶ ἀποχὴν ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις: «10 εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· καταβὰς διαμάρτυραι τῷ λαῷ καὶ ἅγνισον αὐτοὺς σήμερον καὶ αὔριον,  καὶ πλυνάτωσαν τὰ ἱμάτια· 11 καὶ ἔστωσαν ἕτοιμοι εἰς τὴν ἡμέραν τὴν τρίτην· τῇ γὰρ τρίτῃ ἡμέρᾳ καταβήσεται Κύριος ἐπὶ τὸ ὅρος τὸ Σινὰ ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ. 12 … 14 κατέβη δὲ Μωυσῆς ἐκ τοῦ ὅρους πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἡγίασεν αὐτοὺς,  καὶ ἔπλυναν τὰ ἱμάτια. 15 καὶ εἶπε τῷ λαῷ· γίνεσθε ἕτοιμοι τρεῖς ἡμέρας,  μὴ προσέλθητε γυναικί.»[3]

·         Στὸ βιβλίο Α΄ Βασιλειῶν,  ὅταν ὁ Ἀρχιερέας ἐρώτησε τὸν Δαβίδ,  πόσες ἡμέρες εἶχε ἐγκρατευθεῖ ὁ ἴδιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἀπὸ γυναῖκα,  ὥστε νὰ τοὺς δώσει τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως: «4 καὶ ἀπεκρίθη ὁ ἱερεὺς τῷ Δαυίδ,  καὶ εἶπεν· οὐκ εἰσὶν ἄρτοι βέβηλοι ὑπὸ τὴν χεῖρά μου,  ὅτι ἀλλ’ ἢ ἄρτοι ἅγιοί εἰσιν· εἰ πεφυλαγμένα τὰ παιδάριά ἐστιν ἀπὸ γυναικὸς,  καὶ φάγεται. 5 καὶ ἀπεκρίθη Δαυὶδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀλλὰ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν»[4].

·           Στὸν Προφήτη Ἰωήλ: «ἁγιάσατε νηστείαν,  κηρύξατε θεραπείαν,  16 συναγάγετε λαόν,  ἁγιάσατε ἐκκλησίαν,  ἐκλέξασθε πρεσβυτέρους,  συναγάγετε νήπια θηλάζοντα μαστούς,  ἐξελθέτω νυμφίος ἐκ τοῦ κοιτῶνος αὐτοῦ καὶ νύμφη ἐκ τοῦ παστοῦ αὐτῆς.»[5]

·         Στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «5 μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους,  εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρὸν,  ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε,  ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν.»[6]

 

Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ ἄλλες κανονικὲς διατάξεις ἡ ἀποχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ διαρκεῖ τρεῖς ἡμέρες, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἡμέρας ποὺ συμμετέχει ὁ πιστὸς στὴν Θεία Κοινωνία:

 

Τὸ ΠΗΔΑΛΙΟΝ παραπέμπει σὲ Συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Πατριάρχου Λουκᾶ, ἡ ὁποία μὲ βάση τὶς παλαιοδιαθηκικὲς διατάξεις ποὺ προαναφέρθησαν ὅρισε τὸ διάστημα τῆς ἀποχῆς γιὰ τρεῖς ἡμέρες: «Σημείωσαι ὅτι ὁ Πατριάρχης κύρ. Λουκᾶς, ἐρωτηθεὶς πόσας ἡμέρας πρέπει νὰ ἀπέχουσι γυναικὸς οἱ μέλλοντες μεταλαβεῖν,  ἀπεφήνατο συνοδικῶς ὅτι τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ πλησιάσουν εἰς τὰς γυναῖκάς των,  οὐ μόνον οἱ ἱερωμένοι,  ἀλλὰ καὶ οἱ ὕπανδροι κοσμικοί. Διότι ἂν ὁ Θεὸς ἐπρόσταξε τοὺς Ἑβραίους τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ πλησιάσουν εἰς τὰς γυναῖκάς των, διὰ νὰ λάβουν τὸν παλαιὸν νόμον· ‘Γίνεσθε ἕτοιμοι· τρεῖς ἡμέρας νὰ μὴ προσέλθετε γυναικὶ (Ἔξοδ. κεφ. ιθ΄. 15.)’ πόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ φυλάττωσι ταύτας καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ μέλλουν νὰ λάβουν μέσα εἰς τὸν ἑαυτόν τους,  ὄχι τὸν νόμον,  ἀλλὰ τὸν ἴδιον τὸν νομοθέτην Θεὸν διὰ τῆς θείας εὐχαριστίας; καὶ ἂν ὁ Ἀβιμέλεχ (ἢ Ἀβιάθαρ) ὁ Ἀρχιερεὺς,  μέλλοντας νὰ δώσῃ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως εἰς τὸν Δαβὶδ καὶ εἰς τὰ παληκάριά του,  ἠρώτησεν αὐτοὺς,  ἂν ἦσαν καθαροὶ ἀπὸ γυναικὸς,  καὶ αὐτοὶ ἀπεκρίθησαν ὅτι τρεῖς ἡμέρας ἦσαν φυλαγμένοι ἀπὸ μίξιν γυναικός. ‘Καὶ ἀπεκρίθη Δαβὶδ τῷ ἱερεῖ καὶ εἶπεν· ἀλλὰ ἀπὸ γυναικὸς ἀπεσχήμεθα χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν (Βασιλ. κά. 5.),’ πῶς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι τρεῖς ἡμέρας καθαροὶ ἀπὸ γυναικὸς οἱ κοινωνῆσαι μέλλοντες τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος; … Διὰ τοῦτο,  κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα,  καὶ ὁ ἀνωτέρω ρηθεὶς κύρ. Λουκᾶς εἰς ἐπιτίμια καθυπέβαλε τοὺς νεονύμφους ἐκείνους ὁποῦ ἐσμίχθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν μετὰ τὴν ἁγίαν Κοινωνίαν.»[7]

Ἑπομένως γιὰ τὴν συμμετοχὴ στὴν Θεία Κοινωνία εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀποχὴ ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις. Ἡ ἐγκράτεια ὅμως ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἀδιανόητη χωρὶς τὴ νηστεία. Τὸ ὅτι ἡ συζυγικὴ ἀποχὴ προϋποθέτει καὶ τὴ νηστεία συνάγεται ἀπὸ πολλὲς μαρτυρίες,  οἱ ἐνδεικτικώτερες τῶν ὁποίων εἶναι:

 

52ος Κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τοὺς γάμους κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,  ἀλλὰ καὶ τὶς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς διασταλτικὰ ἑρμηνευόμενος[8],  δηλαδὴ σὲ περίοδο νηστείας: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ γάμους ἢ γενέθλια ἐπιτελεῖν.»[9]

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρας καὶ τοὺς λοιποὺς ἑρμηνευτὲς οἱ γάμοι ἀπαγορεύονται τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,  τὶς Τετάρτες καὶ Παρασκευές,  διότι,  ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐτοὶ (ὅπως καὶ ἄλλα πανηγυρικὰ γεγονότα) «εἶναι ἀναιρετικὰ τοῦ πένθους καὶ τῆς νηστείας τῆς μ΄.»[10],  δηλαδὴ χαροποιά[11]· ἀφετέρου δὲ διότι οἱ σαρκικὲς συζυγικὲς σχέσεις ποὺ αὐτοὶ συνεπάγονται ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τή νηστεία,  πού τηρεῖται τὴν περίοδο αὐτή: «Εἰ δὲ ἴση εἶναι ἡ νηστεία τῆς δ΄. καὶ τῆς Ϛ΄. μὲ τὴν νηστείαν τῆς μ΄. φανερὸν,  ὅτι καθὼς δὲν γίνονται γάμοι ἐν τῇ μ΄. κατὰ τὸν νβ΄. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ,  ἔτσι,  δὲν πρέπει νὰ γίνωνται γάμοι οὔτε ἐν τῇ δ΄. καὶ Ϛ΄. διὰ τὸ τῆς νηστείας σεμνὸν καὶ αἰδέσιμον,  καθὼς μηδὲ ἐν τῇ μ΄. πρέπει νὰ σμίγωνται. Ἄτοπον γὰρ εἶναι,  ἀπὸ μὲν τὸ ἕνα μέρος νὰ μὴ καταλύουσι τὰς νηστείας ταύτας διὰ βρωμάτων,  ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο μέρος,  νὰ καταλύουσι ταύτας μὲ τὴν σαρκικὴν μίξιν καὶ ἡδονήν. Ὅθεν ἐξίσου πρέπει νὰ νηστεύουσι ταύτας καὶ μὲ τὴν ἀποχὴν τῶν ἐμποδισμένων ἐν ταῖς νηστείαις βρωμάτων, καὶ μὲ τὴν ἀποχὴν τῶν τῆς σαρκικῆς μίξεως θελημάτων.  Ὅθεν ὁ προφήτης Ἰωὴλ αἰνιττόμενος, ὅτι ἐν καιρῷ νηστείας πρέπει νὰ σωφρονῶσι τὰ ἀνδρογύνα, ἔλεγεν· ‘Ἁγιάσατε νηστείαν, κηρύξατε θεραπείαν … ἐξελθέτω νυμφίος ἐκ τοῦ κοιτῶνος αὐτοῦ, καὶ νύμφη ἐκ τοῦ παϚοῦ αὐτῆς’ (κεφ. β΄.) ὁ δὲ θεῖος Παῦλος φανερὰ λέγει, ὅτι τὰ ἀνδρόγυνα ἐκ συμφώνου πρέπει νὰ ἀπέχουσι τῆς σαρκικῆς μίξεως, διὰ νὰ σχολάζουσιν εἰς τὴν νηστείαν καὶ εἰς τὴν προσευχὴν,  (ά. Κορινθ. ζ΄. 5.) ἤγουν νὰ ἀπέχωσι, καὶ ὅταν ᾖναι,  ὥς εἴπομεν, νηστεία, καὶ ὅταν προσεύχωνται καὶ ἑτοιμάζωνται νὰ μεταλάβουν τὰ θεῖα μυστήρια,  καὶ τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν,  κατὰ τὸν ιγ΄. τοῦ Τιμοθέου Κανόνα,  καὶ ἁπλῶς καθ’ ὅλας τὰς ἑορτὰς,  εἰς τὰς ὁποίας ἡ πνευματικὴ θυσία ἀναφέρεται τῷ Θεῷ.  Ὅρα καὶ τὴν ά. ὑποσημείωσιν τοῦ ιγ΄. τῆς Ϛ΄. καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ γ΄. Διονυσίου.  Ὅρα δὲ καὶ τὸν Βαλσαμῶνα ἐν τῇ πρὸς Μάρκον ν΄. ἀποκρίσει λέγοντα,  ὅτι τὰ ἀνδρόγυνα δὲν πρέπει νὰ μεταλάβουν κατὰ τὸ Πάσχα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐπιτίμια πρέπει νὰ διορθωθοῦν. Ὅρα καὶ τὸν Χρυσόστομον (λόγ. περὶ Παρθενίας σελ. 260. τοῦ Ϛ΄. τόμ.) φέροντα εἰς μαρτυρίαν τὸ ἀνωτέρω ῥητὸν τοῦ Ἰωὴλ,  καὶ λέγοντα· ‘Ὅτι ἂν οἱ νεόνυμφοι, ὁποῦ ἔχουσιν ἀκμαίαν τὴν ἐπιθυμίαν,  καὶ σφριγῶσαν τὴν νεότητα,  καὶ ἀχαλίνωτον τὸν πόθον,  δὲν πρέπει νὰ σμίγουν ἐν καιρῷ νηστείας καὶ προσευχῆς, πόσῳ μᾶλλον τὰ ἄλλα ἀνδρόγυνα ὁποῦ δὲν ἔχουν τόσην βίαν ἀπὸ τὴν σάρκα δὲν πρέπει νὰ σμίγουν. …»[12] Στὴ μαρτυρία αὐτὴ τοῦ ΠΗΔΑΛΙΟΥ ἀποδεικνύεται πάρα πολὺ καθαρὰ ἡ στενὴ σχέση καὶ ἐξάρτηση ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ νηστείας καὶ ἀποχῆς ἀπὸ τὶς σαρκικὲς συζυγικὲς σχέσεις.

 

Παραθέτουμε καὶ τὶς ἀκόλουθες μαρτυρίες ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, μὲ πρώτην αὐτὴν τοῦ ΠΗΔΑΛΙΟΥ: «Ὁ δὲ Μανουὴλ Χαριτόπουλος ὁ Κωνσταντινουπόλεως λέγει,  ὅτι οἱ Ἱερεῖς ἐκεῖνοι ὁποῦ εὐλογοῦν γάμους ἐν τῇ μ΄ εἰ μὲν ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἀγνωσίαν τὸ ἔκαμαν,  ἐλαφρότερα ἐπιτίμια λαμβάνουν· εἰ δὲ κρυφίως καὶ ἀπὸ κακογνωμίαν,  μὲ μεγαλῄτερα (439/440) ἐπιτίμια νὰ ἐπιτιμῶνται,  ὡς γνωρίσει ὁ Ἀρχιερεὺς,  τὰ δὲ εὐλογηθέντα ἀνδρόγυνα νὰ μὴ χωρίζωνται (σελ. 540 τοῦ Γιοῦρις).»[13]

Ἐπίσης στὸ ΠΗΔΑΛΙΟΝ σὲ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται: «Σημείωσαι δὲ,  ὅτι κοντὰ εἰς τὴν προσευχὴν,  ὁ Ἀπόστολος προσθέτει,  ὅτι οἱ ὕπανδροι πρέπει νὰ ἐγκρατεύωνται καὶ εἰς καιρὸν νηστείας,  τῆς διωρισμένης δηλ. ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν,  (καὶ ὅρα περὶ τούτου τὴν γ΄. ὑποσημείωσιν τοῦ ξθ΄. Ἀποστολικοῦ.)»[14]

Ἡ ἑπόμενη καὶ τελευταία μαρτυρία καταδικάζει μὲ ἐπιτίμια τὶς συζυγικὲς σχέσεις κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, δηλαδὴ περίοδο νηστείας:

 

«Ἐὰν κατὰ τὴν τεσσαρακονθήμερον νηστείαν οὐκ ἐγκρατεύωνται οἱ ὁμόζυγοι,  ἀξιωθήσονται τῆς τῶν θείων ἁγιασμάτων κοινωνίας κατὰ τὴν τοῦ μεγάλου Πάσχα κοσμοσωτήριον ἑορτὴν,  ἢ οὔ;

Ἀπόκρισις.

Εἰ μηδὲ ἰχθυοφαγεῖν ἐδιδάχθημεν,  μηδὲ ἁπλῶς καταλύειν δι’ ὅλης τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς,  καὶ κατὰ πᾶσαν τετράδα,  καὶ παρασκευὴν,  πολλῷ πλέον τῆς σαρκικῆς συμπλοκῆς ἀπέχειν ἀναγκασθήσονται. Οἱ γοῦν παρανομήσαντες οὕτως ὁμόζυγοι,  καὶ εἰς ἀκρασίαν σατανικὴν μεταστοιχειώσαντες τὴν ἀπὸ τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν σωτηριώδη μετάνοιαν,  (ὥσπερ εἰ μὴ τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ ἡ περιδρομὴ ἐξήρκει τούτοις εἰς ἀποπλήρωσιν τῶν σαρκικῶν ἐπιθυ – (485/486) μιῶν αὐτῶν,) οὔτε τῆς θείας καὶ ἁγίας μεταλήψεως κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγίου καὶ μεγάλου Πάσχα ἀξιωθήσονται,  ἀλλὰ καὶ δι’ ἐπιτιμίων διορθωθήσονται.»[15]

 

Οἱ παραπάνω ἀναφερθέντες κανονικὲς μαρτυρίες ἀποδεικνύουν κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ νηστεία προϋποθέτει τὴν ἐγκράτεια ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις· ὅμως αὐτὸ ἰσχύει καὶ ἀντιστρόφως, δηλαδὴ καὶ ἡ ἐγκράτεια προϋποθέτει τὴ νηστεία, ὅταν πρόκειται ἡ Θεία Μετάληψη, διότι, ὅπως θὰ φανεῖ παρακάτω, ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ νηστεία (στὴν περίπτωση πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας) βρίσκονται μεταξύ τους σὲ σχέση μείζονος πρὸς ἔλατον, δηλαδὴ μεγάλου μεγέθους πρὸς μικροῦ, ὁποῦ τὸ πρῶτο περιέχει καὶ τὸ δεύτερο.

Μὲ δεδομένη τὴν ἐντολὴ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας (μέσω τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως) γιὰ τριήμερη ἀποχὴ ἀπὸ τὶς συζυγικὲς σχέσεις πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας[16] συνάγεται συνεπῶς ἀπὸ τὸ μεῖζον τὸ ἔλαττον,  δηλαδὴ ὅτι προβλέπεται καὶ νηστεία ὡς προϋπόθεση συμμετοχῆς στὴν Θεία Κοινωνία:

«Ἐντεῦθεν συμπεραίνομεν ἐκ τοῦ μείζονος τὸ ἔλαττον,  ὅτι ἂν ᾖναι ἀρκετὴ εἰς ἑτοιμασίαν τῆς θείας Κοινωνίας ἡ τριήμερος ἀποχὴ τῆς σαρκικῆς μίξεως,  πολλῷ μᾶλλον εἶναι ἀρκετὴ εἰς αὐτὴν ἡ τριήμερος νηστεία. Καὶ μ’ ὅλον ὁποῦ ἀπὸ τοὺς θείους Κανόνας νηστεία πρὸς τῆς Μεταλήψεως οὐ διορίζεται· οἱ δυνάμενοι δὲ νηστεύειν πρὸς αὐτῆς καὶ ὁλόκληρον ἑβδομάδα,  καλῶς ποιοῦσιν.»[17]

Δηλαδή, ἐφ’ ὅσον οἱ Ἱεροὶ Κανόνες διατάζουν ἀποχὴ ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις πρὸ τῆς  Θείας Κοινωνίας,  αὐτὸ συνεπάγεται ὅτι ἔμμεσα ζητοῦν καὶ νηστεία,  διότι,  ὅπως καταδείχτηκε,  ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὶς σαρκικὲς σχέσεις βρίσκεται σὲ ἄμεση σχέση καὶ ἐξάρτηση ἀπὸ τὴ νηστεία (σχέση μείζονος πρὸς ἔλαττον).

Μὲ βάση αὐτoὺς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες,  τὶς ἑρμηνεῖες καὶ τὶς λοιπὲς διατάξεις ποὺ ἀναφέραμε,  ἡ νηστεία πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας ἐπιβάλλεται καὶ γιὰ τοὺς Μοναχούς,  καὶ γιὰ τοὺς ἀγάμους Κληρικοὺς καὶ λαϊκούς,  ὅπως καὶ γιὰ τοὺς διαζευγμένους καὶ ἐν χηρείᾳ. Αὐτὸ συμβαίνει,  διότι οἱ ἀναφερθεῖσες ἀπαγορεύσεις συζυγικῶν σχέσεων πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας ἐντάσσονται στὴ γενικότερη προϋπόθεση τῆς ἐγκρατείας πρὸ τῆς Μεταλήψεως,  ὡς ἐξειδίκευση αὐτῆς· τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς ἔμμεσες διατάξεις περὶ νηστείας[18].  Ἑπομένως τὸ γενικώτερο (ἡ ἐγκράτεια),  ποὺ προϋποτίθεται στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις[19] καὶ τὸ εἰδικώτερο (νηστεία),  ποὺ συμπεραίνεται ἀναλογικὰ στοὺς τελευταίους,  ἰσχύει γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς,  ὅπως ἤδη ἐκτέθηκε στὴν ἀρχὴ τῆς παρούσης.  Ἐδῶ ἁπλῶς προσθέτουμε καὶ τὶς εἰδικώτερες αὐτὲς διατάξεις γιὰ ἀποχὴ ἀπὸ σαρκικὲς σχέσεις,  διότι ἀποτελοῦν τὸ κυριώτερο μέσο ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν χρήση τῆς ἑρμηνευτικῆς μεθόδου τῆς ἀναλογίας, δηλαδὴ ὅτι «ἐκ τῶν ὁμοίων τέμνεσθαι δεῖ τὰ περὶ ὧν οὐ κεῖται νόμος»[20].

Τὴν ὑποχρέωση αὐτὴ γιὰ τὴ νηστεία πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας τονίζει καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκοντας ὅτι ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θεσμοθετήθηκε,  μεταξὺ ἄλλων,  καὶ διότι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ προσέρχωνται στὴν Θεία Εὐχαριστία χωρὶς προετοιμασία, καὶ ἰδιαίτερα χωρὶς νηστεία: «Τίνος οὖν ἕνεκεν νηστεύομεν, φησὶ, τὰς τεσσαράκοντα ταύτας ἡμέρας; Πολλοὶ τὸ παλαιὸν τοῖς μυστηρίοις προσῄεσαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον,  καθ’ ὃν ὁ Χριστὸς αὐτὰ παρέδωκε. Συνειδότες οὖν οἱ πατέρες τὴν βλάβην τὴν γινομένην ἐκ τῆς ἠμελημένης προσόδου,  συνελθόντες ἐτύπωσαν ἡμέρας τεσσαράκοντα νηστείας,  εὐχῶν, ἀκροάσεως,  συνόδων,  ἵν’ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις καθαρθέντες μετ’ ἀκριβείας ἅπαντες καὶ δι’ εὐχῶν καὶ δι’ ἐλεημοσύνης καὶ διὰ νηστείας καὶ διὰ παννυχίδων καὶ διὰ δακρύων καὶ δι’ ἐξομολογήσεως καὶ διὰ τῶν ἄλλων ἁπάντων,  οὕτω κατὰ δύναμιν τὴν ἡμετέραν μετὰ καθαροῦ συνειδότος προσίωμεν.»[21]

Ἡ νηστεία, ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία,  δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἀπαγόρευση τῆς νηστείας τοῦ Σαββάτου,  ἐφ’ ὅσον γίνεται γιὰ λόγους ἐγκρατείας καὶ εὐλαβείας ἀπέναντι στὸ Μυστήριο[22]. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει τὸ ΠΗΔΑΛΙΟΝ σχετικὰ μὲ τὸ ἐπιτρεπτὸν νηστείας κατὰ τὰ Σάββατα καὶ τὶς ἑορτές:

«Ἐπειδὴ δὲ ἠ ἐν Γάγγρᾳ Σύνοδος Κανόνι ιή. ἀναθεματίζει τοὺς νηστεύοντας ἐν Κυριακῇ,  ὄχι διὰ ἀληθινὴν ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν,  ἀλλὰ διὰ νομιζομένην,  ἤτοι σχηματιζομένην μόνον καὶ ὑποκριτικὴν,  καὶ ἐπειδὴ ὁ νγ΄. τῶν Ἀποστόλων καθαιρεῖ τὸν Κληρικὸν,  ὁποῦ εἰς τὰς ἑορτὰς δὲν τρώγει κρέας,  οὔτε πίνει οἶνον,  ὄχι διὰ ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν,  ἀλλὰ διὰ τὶ ταῦτα συγχαίνεται.’ Συνάγεται ἀκολούθως,  ὅτι δὲν εἶναι παραβάται τοῦ Κανόνος τούτου ἐκεῖνοι,  ὁποῦ διὰ ἀληθινὴν ἄσκησιν μετὰ θεοσεβείας καὶ σεμνότητος γινομένην,  νηστεύοντες εἰς δέκα τυχὸν,  ἢ δεκαπέντε ἡμέρας,  νηστεύουσιν ἑπομένως καὶ τὰ ἀναμεταξὺ εἰς τὰς ὡρισμένας ἡμερας ταύτας τυχαίνοντα Σάββατα καὶ Κυριακὰς,  καθὼς καὶ ὁ Ζωναρᾶς,  καὶ ὁ Βαλσαμὼν συμφώνως,  τόσον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νγ΄. ὅσον καὶ τοῦ (82/83) παρόντος Ἀποστολικοῦ τοῦτο λέγουσι [1 Οἱ δὲ Λατῖνοι δὲν ἠμποροῦν νὰ προφασισθοῦν ὅτι νηστεύουν δι’ ἄσκησιν τὸ Σάββατον· ὄχι. Διότι καθὼς γράφει ὁ Πλατίνας,  Ἰννοκέντιος ὁ Πάπας ἀνέτρεψε μὲν τὴν νηστείαν τῆς Τετράδος,  ἀντ’ αὐτῆς δὲ εἰσήγαγε τὴν νηστείαν τοῦ Σαββάτου. Πῶς λοιπὸν ἡ νηστεία τοῦ Σαββάτου ἠμπορεῖ δι’ ἄσκησιν νὰ νηστεύηται παρὰ τοῖς Λατίνοις,  οἵτινες κακῷ τὸ καλὸν οἴονται,  καὶ μὲ τὴν παράνομον τοῦ Σαββάτου νηστείαν,  τὴν νόμιμον καταλύουσι τῆς Τετράδος νηστείαν; Ὅτι δὲ οὐ δεῖ ἐν τῷ Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ νηστεύειν,  μάρτυρες,  πρὸς τοῖς ῥηθεῖσι Κανόσι,  καὶ ὁ Βασίλειος,  καὶ ὁ Θεῖος Χρυσόστομος. Ὁ μὲν λέγων ὁμιλ. ά. εἰς τὴν ἐξαήμερον· ‘Ἤδη σεαυτὸν ἄξιον παρασκεύασον τῆς σεμνοτάτης νηστείας,  ἐπειδὴ πέντε ἡμερῶν νηστεία ἡμῖν προκεκήρυκται.’ Πέντε ἡμέρας λέγει νηστησίμους τῆς ἑβδομάδος,  χωρὶς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς· ὁ δὲ Χρυσόστομος ὁμιλ. τῇ αὐτῇ. ‘Τοῖς τὸν δρόμον τῆς νηστείας δεξαμένοις,  καθάπερ σταθμοὺς,  καὶ καταγώγια,  καὶ ἀκτὰς καὶ αἰγιαλοὺς,  καὶ λιμένας τὰς δύω ταύτας ἡμέρας,  ἤτοι τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν,  βραχύ τι διαναπαύσασθαι κεχάρισται ἡμῖν ὁ Δεσπότης.’ Γράφει δὲ καὶ ὁ Θεῖος Ἰγνάτιος ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολ. ‘Εἴ τις Κυριακὴν καὶ Σάββατον νηστεύει,  πλὴν ἑνὸς Σαββάτου τοῦ Πάσχα,  οὗτος ΧριϚοκτόνος ἐϚίν.’ Ὁ δὲ Θεῖος Ἐπιφάνιος οὕτω λέγει· ‘Τὰς Κυριακὰς ἁπάσας τροφιμαίας ἡγεῖται ἡ ἁγία αὕτη καθολικὴ Ἐκκλησία,  καὶ συνάξεις ἀφ’ ἕωθεν ἐπιτελεῖ,  οὐ νηστεύει. Ἀνακόλουθον γάρ ἐστιν ἐν Κυριακῇ νηστεύειν.’ Ὁ δὲ Θεῖος Αὐγουστῖνος μὲ τὸ παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων τιλλόντων ἐν Σαββάτῳ,  καὶ τριβόντων τοὺς στάχυας,  καὶ ἐσθιόντων,  ἀποδεικνύει ἐν ταὐτῷ,  καὶ ὅτι τῷ Σαββάτῳ δὲν πρέπει νὰ νηστεύῃ τινὰς,  καθὼς καὶ οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνήστευον,  ἀλλ’ ἔτρωγον τοὺς στάχυας,  καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀργῇ,  ἀλλὰ νὰ ἐργάζηται,  καθὼς καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἔτριβον τοὺς στάχυας μὲ τὰς χεῖράς των’.] Πλὴν καὶ αὐτοὶ,  εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας,  καὶ μάλιστα εἰς τὴν Κυριακὴν,  πρέπει νὰ μὴ νηστεύουσιν ὅλην τὴν ἡμέραν,  ταὐτὸν εἰπεῖν νὰ μὴ ἀπερνοῦσιν ὁλότελα ἄσιτοι,  ἀλλὰ νὰ λύωσι τὴν νηστείαν,  καὶ πρὸ τῆς ἐννάτης,  καὶ μὲ κἄποιον εἶδος βρωσίμου λυτικὸν,  ἀλλ’ οὐ καταλυτικόν. Καθὼς καὶ ὁ ά. Κανὼν Θεοφίλου διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς αἱρέσεις ἐκείνων,  ὁποῦ δὲν ἐτίμουν τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς,  ἔλυσε τὴν νηστείαν ταύτης μὲ μόνην τὴν μετάληψιν τῶν Φοινίκων,  λίαν ἐπιστημόνως καὶ διακριτικῶς. Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος μὲ τὴν λύσιν ταύτην τῆς νηστείας,  καὶ τοὺς Κανόνας ἐφύλαξε τοὺς διορίζοντας νὰ μὴ νηστεύωμεν ἐν Κυριακῇ,  καὶ τὸ αἰδέσιμον τῆς νηστίμου παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἐτήρησεν,  ἐπιστάσης ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ: οὕτω καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν λύσιν τῆς νηστείας ὁποῦ θέλουσι κάμῃ διὰ τῆς μεταλήψεως βρωσίμου τινὸς ὀλίγου,  πρὸ τῆς ἐννάτης ὥρας,  καὶ παραβάται τῶν Κανόνων οὐ γίνονται,  καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐγκρατείας καὶ ἀσκήσεως αὐτῶν κατορθοῦσι [2 Δι’ ὃ καὶ ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ ὁμολογητὴς,  λέγει· ‘Τὴν διφαγίαν λέγουσι κατάλυσιν πολλάκις. Ἐννάτης τὴν κατάλυσιν,  τῆς κεκανονισμένης’ (βαθμίδι λζ΄.)] Ἐπιβεβαιοῖ δὲ τὴν ἐν Σαββάτῳ δι’ ἄσκησιν καὶ ἀληθῆ ἐγκράτειαν νηστείαν καὶ ὁ Θεῖος Ἱερώνυμος. Πρὸς γὰρ τὸν ἐρωτήσαντα Λυκίνιον ἀνίσως πρέπει νὰ νηστεύῃ τὸ Σάββατον,  ἀπεκρίθη· ‘Ὡς ὄφελόν γε εἰ ἐδίδου Θεὸς δύνασθαι ἡμᾶς νηστεύειν καθ’ ἡμέραν.’ Οὐ διὰ βδελυρίαν δηλαδὴ τῶν βρωμάτων,  οὐ διὰ νομιζομένην καὶ ἐπίπλαστον ἄσκησιν,  οὐ διὰ καταφρόνησιν τῶν Κανόνων,  οὐ διά τινα νομικὴν τήρησιν,  ἀλλὰ διὰ ἐγκράτειαν,  ὡς εἴπομεν ἀληθῆ,  καὶ εὐλάβειαν ‘εἰ γὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται’ [Α΄ Κορ. θ΄. 25]»[23].

 

Τὴν ἴδια διάκριση μεταξὺ νόμιμης νηστείας ποὺ γίνεται ἀκόμη καὶ τὰ Σάββατα καὶ τὶς ἑορτές,  ὅταν γίνεται γιὰ ἄσκηση,  καὶ τῆς παράνομης ποὺ βδελύσσεται τὴν Δημιουργία τοῦ Θεοῦ συναντᾶμε καὶ στὸν 51ο Ἀποστολικὸ Κανόνα:

«Εἴ τις ἐπίσκοπος,  ἢ πρεσβύτερος,  ἢ διάκονος,  ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ,  γάμου,  καὶ κρεῶν,  καὶ οἴνου,  οὐ δι’ ἄσκησιν,  ἀλλὰ διὰ βδελυρίαν ἀπέχηται,  ἐπιλαθόμενος,  ὅτι πάντα καλὰ λίαν,  καὶ ὅτι ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον,  ἀλλὰ βλασφημῶν διαβάλλῃ τὴν δημιουργίαν,  ἢ διορθούσθω,  ἢ καθαιρείσθω,  καὶ τῆς ἐκκλησίας ἀποβαλλέσθω. Ὠσαύτος καὶ λαϊκός.»[24]

Ἑπομένως ἡ νηστεία πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας ποὺ ἀπαγορεύουν τὴ νηστεία τὰ Σάββατα,  τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες ἑορτὲς[25],  διότι ἡ νηστεία αὐτὴ δὲν γίνεται ἀπὸ βδελυγμία πρὸς τὴ Δημιουργία,  οὔτε πρὸς τιμὴν τοῦ Σαββάτου,  οὔτε ἀπὸ ὑπερηφάνεια,  ἀλλὰ γιὰ ἐγκράτεια πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν περίπτωση τοῦ δείπνου πρὸ τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀπὸ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς παραθέτουμε τὸ Α΄ Κορ. ιά, 20-22:  «… συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν· ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν,  καὶ ὃς μὲν πεινᾷ,  ὃς δὲ μεθύει. μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν;  ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε,  καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας;  τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.» Ἐδῶ καταδεικνύεται ὅτι ἡ συνήθεια αὐτὴ καταδικάζεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸ παραπάνω χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τονίζει ὅτι τὰ δεῖπνα αὐτὰ ἐγένοντο μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία,  ἐνῶ ἐξηγεῖ ὅτι ἀκριβῶς λόγω τῶν ἀτασθαλιῶν ποὺ ἐλάμβαναν χώρα (χωρισμὸς καὶ σχῖσμα τῶν πλουσίων ἀπὸ τοὺς πτωχούς) ὁ Ἀπόστολος τοὺς ἐπιτιμᾷ[26].

Γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας θέλει οἱ Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ὄχι μόνο νὰ νηστεύουν πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας,  ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι νηστικοὶ τὴ νύχτα πρὸ[27]  τῆς Θείας Κοινωνίας[28].



[1] 13ος Κανόνας τῆς Πενθέκτης,  (ἐφεξῆς ΣΤ 13),  Γ. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ,  Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τε ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων,  καὶ τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων Πατέρων,  ἐκδοθέν,  σὺν πλείσταις ἄλλαις τὴν ἐκκλησιαστικὴν κατάστασιν διεπούσαις διατάξεσι,  μετὰ τῶν ἀρχαίων ἐξηγητῶν,  καὶ διαφόρων ἀναγνωσμάτων,  τ. Β΄,  ἀκριβὴς ἀνατύπωσις ἀπὸ τὴν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ ἔτους 1852,  ἔκδ. Βασ. Ῥηγοπούλου,  Θεσσαλονίκη 2002,  (ἐφεξῆς ΡΠ),  σ. 334,  ὑπογραμμίσεις δικές μας.

[2] Ἀρίθμηση ΠΗΔΑΛΙΟΥ,  ὁ τελευταῖος δὲν ἀριθμεῖται στὸ ΠΗΔΑΛΙΟΝ.

[3] Ἐξ. ιθ΄. 10-11· 14-15. Γιὰ τὴ λειτουργία τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ὡς προτύπωσης γιὰ τὴν ἐγκράτεια πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας πρβλ. ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἑρμηνεία στὸν ΣΤ΄ 13,  ὑποσημείωση 1,  σ. 230,  ΖΩΝΑΡΑΣ,  ἑρμηνεία στον Διον. 3,  ΡΠ4,  σ. 10,  ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ἑρμηνεία στον Διον. 3,  ΡΠ4,  σ. 11,  Ο ΑΥΤΟΣ,  11η ἀπόκρισις πρὸς Μάρκον Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας,  ΡΠ4,  σ. 456.

[4] Α΄ Βασ. κά.,  4-5. Γιὰ τὴν ἴδια λειτουργία προτύπωσης γιὰ τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας πρβλ. ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἔνθ. ἀνωτ.,  ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ἔνθ. ἀνωτ.

[5] Ἰωήλ,  β΄,  15-16. Γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ στὴν προετοιμασία τῆς Θείας Κοινωνίας πρβλ. ΖΩΝΑΡΑΣ,  ἔνθ. ἀνωτ.,  ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ἔνθ. ἀνωτ.

[6] Α΄ Κορ. ζ΄,  5,  ὑπογραμμίσεις δικές μας. Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας των καὶ τοὺς ἑρμηνευτὲς αὐτῶν ἡ φράση «ἵνα σχολάζητε … τῇ προσευχῇ» σημαίνει ἀκριβῶς τὸ  Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας· πρβλ.: «καὶ φέρει εἰς (668/669) μαρτυρίαν τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου,  ὁποῦ παραγγέλει εἰς τὰ ἀνδρόγυνα νὰ μὴ ἀποστεροῦν τὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἄλλο τὴν σαρκικὴν μίξιν,  πάρεξ μὲ συμφωνίαν καὶ τῶν δύω μερῶν,  τότε δὲ μόνον νὰ μὴ σμίγουν,  ὅταν γίνεται ἱερὰ λειτουργία,  τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακὴν,  καὶ ἁπλῶς ὅλας τὰς ἑορτὰς,  διὰ νὰ μεταλάβουν (ἔτσι γὰρ ἑρμηνεύουσι τὸ,  ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ,  τόσον ὁ ιγ΄. τοῦ ἰδίου τούτου Ἁγίου [Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας],  ὅσον καὶ ὁ τρίτος τοῦ Ἁγίου Διονυσίου,  οὓς καὶ ἀνάγνωθι),  καὶ πάλιν νὰ σμίγουν σαρκικῶς,  καὶ τοῦτο νὰ κάμνουν διὰ τὴν ἀκράτητόν τους ἐπιθυμίαν,  διὰ νὰ μὴ πειράζῃ αὐτοὺς ὁ σατανᾶς,  παρακινῶν αὐτοὺς νὰ πορνεύουν καὶ νὰ μοιχεύουν εἰς ξένας γυναῖκας καὶ ξένους ἄνδρας.» ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Τιμοθ. 5,  σσ. 668-669. Πρβλ. τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας Διον. 3 καὶ Τιμοθ. 13,  ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἑρμηνεία στὸν Διον. 3,  ὑποσημείωση 1,  σσ. 549-550· ΣΥΝΟΨΙΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ,  στον Τιμοθ. 5,  ΡΠ4,  σ. 334.

[7] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον ΣΤ΄ 13,  ὑποσημείωση 1,  σ. 230. Πρβλ. ἐπίσης ἔνθ. ἀνωτ.,  ἑρμηνεία στὸν Τιμοθ. 5,  ὑποσημείωση 1,  σ. 668. Τὴν ἴδια διάταξη γιὰ τριήμερον ἀποχὴ συναντᾶμε καὶ στὴν 11η ἀπόκριση τοῦ ΒΑΛΣΑΜΩΝΑ,  πρβλ. ΡΠ4,  σσ. 456-457. Σημειωθήτω τέλος ὅτι ἡ ἐγκράτεια ἐπιβάλλεται πρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας,  ἀκόμη καὶ ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ κοινωνήσουν,  πρβλ. ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Τιμοθ. 13,  ὑποσημ. 2 σσ. 672-673.

[8] Πρβλ. 69ον Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (ἐφεξῆς Ἀποστ.),  ὁ ὁποῖος θέτει ἐπὶ ἴσοις ὅροις τὴν νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μὲ αὐτὴν τῆς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς: «Εἴ τις ἐπίσκοπος,  ἢ πρεσβύτερος,  ἢ διάκονος,  ἢ ὑποδιάκονος,  ἢ ἀναγνώστης,  ἢ ψάλτης,  τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει,  ἢ τετράδα,  ἢ παρασκευὴν,  καθαιρείσθω· ἐκτὸς εἰ μὴ δι’ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη,  ἀφοριζέσθω.» Ἀποστ. 69,  ΡΠ2,  σ. 88. Σχετικὲς ἑρμηνεῖες: «… ἴση εἶναι ἡ νηστεία τῆς δ΄. καὶ τῆς Ϛ΄. μὲ τὴν νηστείαν τῆς μ΄.» ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Αποστ. 69,  υποσημ. 1,  σσ. 93. «Σημειωτεόν οὖν,  ὅτι ἔν ἴσῃ τάξει τίθησιν ὁ κανὼν την τε ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα,  καὶ τετράδα,  καὶ παρασκευήν.» ΖΩΝΑΡΑΣ,  ἑρμηνεία στὸν Ἀποστ. 69,  ΡΠ2,  σ. 88.

[9] Λαοδ. 52,  ΡΠ3,  σ. 219.

[10] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Λαοδ. 52,  σ. 439.

[11] Πρβλ. ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ἑρμηνεία στοὺς Λαοδ. 51 καὶ 52,  ΡΠ3,  σσ. 218-219.

[12] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Αποστ. 69,  υποσημ. 1,  σσ. 94-95,  ὑπογραμμίσεις δικές μας.

[13] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Λαοδ. 52,  σ. 439-440. Πρβλ. ΜΑΝΟΥΗΛ,  Λύσεις ἐρωτήσεων τινῶν,  ΡΠ5,  σ. 115,  116.

[14] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Διον. 3,  σ. 549,  ὑποσημείωση 1.

[15] ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  52η  Ἀπόκρισις πρὸς Μάρκον Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας,  ΡΠ4,  σσ. 485-486,  ὑπογραμμίσεις δικές μας. Πολὺ χαρακτηριστικὰ περιγράφει ο ΒΑΛΣΑΜΩΝ τὴν ἁμαρτία αὐτὴ τῶν συζυγικῶν σχέσεων κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γράφοντας ὅτι οἱ πράξαντες αὐτὸ μεταστοιχειώνουν σὲ ἀκρασία σατανικὴ τὴν μετάνοια ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες.

[16] Στὴν παροῦσα ἐπικεντρωνόμαστε στὸ νὰ καταδείξουμε τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ζητήματος καὶ γιὰ αὐτὸ δὲν διαλαμβάνουμε περὶ τῆς οἰκονομίας ποὺ ἐνδεχομένως μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις,  ἡ ὁποία βέβαια σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ἀκρίβεια,  καὶ ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ ὁδηγεῖ στὴν παρανομία: Πρβλ. «οἰκονομητέον ἔνθα οὐ παρανομητέον» καὶ «τὸ παρὰ κανόνας γινόμενον οὐχ ἕλκεται εἰς ὑπόδειγμα.»

[17] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον ΣΤ΄ 13,  ὑποσημείωση 1,  σ. 230,  ὑπογραμμίσεις δικές μας. Ἂλλη μαρτυρία περὶ νηστείας πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «Περὶ τῶν ἐν γάμῳ νομίμῳ βιούντων ἐρωτηθεὶς,  εἰ χρὴ ἀπέχεσθαι ἀλλήλων,  ἔφησεν,  ὡς ὀφείλουσιν οἱ τοιοῦτοι αὐτοὶ ἑαυτῶν εἶναι κριταὶ,  καί ποτε ἀλλήλων ἀπέχεσθαι ἐκ συμφώνου,  ἤγουν ἐκ κοινοῦ θελήματος· οὔτε γὰρ ὁ ἀνὴρ ἐξουσιάζει τοῦ ἰδίου σώματος,  οὔτε ἡ γυνὴ,  κατὰ τὸν μέγαν Ἀπόστολον· διὰ τοῦτο οὖν συμφωνεῖν ἀλλήλους δεῖ περὶ ἀποχῆς,  ἵνα σχολάζωσι τῇ προσευχῇ καὶ τῇ νηστείᾳ· … Εἶτα καὶ τὸν καιρὸν ὁ Ἀπόστολος ὁρίζει,  ὅν φησιν εἶναι τῆς προσευχῆς καὶ νηστείας. Ἐρεῖ οὖν τις,  ὅτι τοῦ Ἀποστόλου λέγοντος,  ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι,  ᾀεὶ χρὴ καὶ τοὺς συνοικοῦντας ἀλλήλων ἀπέχεσθαι,  εἰ,  ὅτε προσεύχονται,  ἀλλήλων ἀπαιτοῦνται ἀπέχεσθαι· ἀλλ’ οὐ περὶ πάσης προσευχῆς ἐνταῦθά φησιν ὁ Ἀπόστολος,  περὶ δέ γε τῆς σπουδαιοτέρας,  ἣν ἐν δάκρυσι καὶ κακοπαθείας δεῖ γίνεσθαι· οὐ γὰρ πάντως οὕτω προσεύξονται πάντοτε· νηστείαν δὲ λέγει,  τὴν γινομένην ἐν καιροῖς ὡρισμένοις,  ἢ ὅτε μέλλει τις τῶν ἁγιασμάτων μετέχειν.» ΖΩΝΑΡΑΣ,  ερμηνεία στον Διον. 3,  ΡΠ4,  σ. 10,  ὑπογραμμίσεις δικές μας. Εἶναι ἑρμηνεία στὴν φράση «ἵνα σχολάσωσι τῇ προσευχῇ» τοῦ Διον. 3,  ἡ ὁποία εἶναι παρμένη ἀπὸ τὸ Α΄ Κορ. ζ΄ 5 «ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ»: «Αὐτάρκεις δὲ καὶ οἱ γεγαμηκότες ἑαυτῶν ὀφείλουσιν εἶναι κριταί· ὅτι γὰρ ἀπέχεσθαι ἀλλήλων προσῆκον ἐκ συμφώνου πρὸς καιρὸν,  ἵνα σχολάσωσι τῇ προσευχῇ,  καὶ πάλιν ἐπὸ τὸ αὐτὸ ὦσιν,  ἀκηκόατε  Παύλου γράφοντος.» Διον. 3,  ΡΠ4,  σ. 9,  ὑπογραμμίσεις δικές μας. Στὸν Διον. 3 παραλείπεται ἡ φράση «τῇ  νηστείᾳ»,  στὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ὁ ΖΩΝΑΡΑΣ,  τὴν ὁποίαν ὅμως χρησιμοποιεῖ ὁ τελευταῖος γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν φράση «τῇ προσευχῇ».

[18] Οἱ ὁποῖες,  ὅπως εἴδαμε,  συμπεραίνονται ἀπὸ τὴν ἀλληλοεξάρτηση ἀποχῆς ἀπὸ σαρκικὲς σχέσεις καὶ νηστείας.

[19] ΣΤ΄ 13,  Καρθ. 3,  4,  33,  70,  Διον. 3,  Τιμοθ. 5,  13. Δὲν μποροῦμε σὲ μία σύντομη ἀπάντηση νὰ διεξέλθουμε διεξοδικὰ αὐτὴν τὴν ἀπόδειξη, ὅμως φρονοῦμε ὅτι ἀποτελεῖ κοινὴ συνείδηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἡ ἀνάγκη γενικῆς ἐγκράτειας πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας,  ὅπως αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸν ΣΤ΄ 13,  ὅπου λέγεται ὅτι αὐτοὶ ποὺ προσεγγίζουν στὸ Θυσιαστήριο πρέπει νὰ εἶναι «ἐγκρατεῖς ἐν πᾶσιν»,  κάτι ποῦ ἀφορᾷ καὶ τοὺς Λαϊκούς,  οἱ ὁποῖοι δὲν προσεγγίζουν μὲν τὸ Θυσιαστήριο,  ἀλλὰ προσεγγίζουν καὶ αὐτοὶ τὴν Θεία Κοινωνία,  ποὺ ἐδῶ σαφέστατα ἐννοεῖται (μαζὶ μὲ ἄλλα ὅπως ἡ προσευχή). Τὸ ὅτι προσεδρία στὸ Θυσιαστήριο του ΣΤ΄ 13 ἀναφέρεται γενικότερα καὶ κυρίως στὴν Θεία Κοινωνία μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ καὶ ἀπὸ τὸν 2ον Κανόνα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας,  ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὴν προσέγγιση στὸ Θυσιαστήριο ἀκριβῶς μὲ τὴν ἔννοια τῆς Θείας Μεταλήψεως ἀλλὰ καὶ τῆς προσευχῆς στὸν Ναό. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ ΣΤ΄ 13 μιλᾷ γιὰ γενικὴ («ἐν πᾶσιν») ἐγκράτεια πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας,  σαφέστατα αὐτὸ ἀφορᾷ καὶ τοὺς Λαϊκούς καὶ τοὺς Μοναχούς.

[20] ΒΑΣΙΛΙΚΑ, 2,  1,  23,  ἔκδ. ΖΕΠΟΣ,  σ. 34. Σύμφωνα δηλαδὴ μὲ αὐτὴν τὴν ἀρχή,  ἔκφραση τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἡ προαναφερθεῖσα σχέση μείζονος/ἐλλάσονος,  μεταξὺ τῆς περίπτωσης τῆς ἀποχῆς ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις καὶ τῆς νηστείας πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας δοθέντος ὅτι οἱ δύο αὐτὲς περιπτώσεις ὁμοιάζουν μεταξύ τους, δὲν ὑφίσταται τελικῶς οὔτε κἂν κενό νόμου,  διότι,  ἐὰν ἀπατεῖται τὸ μεῖζον,  ποὺ εἶναι ἡ τριήμερος ἀποχή,   τότε σίγουρα θὰ ἀπαιτεῖται καὶ τὸ ἔλαττον,  ποὺ εἶναι ἡ νηστεία. Ἐπιφυλασσόμεθα ὅμως σὲ ἄλλη μας μελέτη νὰ διαλάβουμε καὶ γιὰ τὸν ὅρο «ἐγκράτεια»,  ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ΣΤ΄ 13, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι καὶ μὲ τὴ διασταλτικὴ ἑρμηνεία τοῦ ὅρου αὐτοῦ συνάγεται καὶ ἡ νηστεία ὡς προϋπόθεση πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας.

[21] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Κατὰ Ἰουδαίων, λόγος Γ΄, PG 48, 867.

[22] Ὅπως ἐξ’ ἄλλου δὲν τὴν ἀναιροῦν καὶ οἱ παραπάνω ἀναφερθέντες Ἱεροὶ Κανόνες γιὰ ἐγκράτεια ἀπὸ συζυγικὲς σχέσεις πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας,  οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν καὶ (ἂν ὄχι κυρίως) τὰ Σάββατα.

[23] ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον Αποστ. 64 (αρίθμηση ΠΗΔΑΛΙΟΥ) σσ. 82-83. Πρβλ. καὶ τὶς ἑρμηνεῖες ΖΩΝΑΡΑ καὶ ΒΑΛΣΑΜΩΝΟΣ: «… Τοῦ κανόνος τοίνυν ἐν σαββάτῳ,  καὶ Κυριακῇ μὴ νηστεύειν θεσπίζοντος,  ὁ μὲν κληρικὸς νηστεύων,  ὑπὸ καθαίρεσιν γίνεται,  ὑπὸ ἀφορισμὸν δὲ ὁ λαϊκός· εἰ μή που δι’ ὡρισμένων ἡμερῶν νηστεύοντός τινος,  διὰ δέκα,  τυχὸν,  ἢ ὀκτὼ,  δι’ ἄσκησιν (ὡς ἤδη προείρηται),  συνεισάγονται ταῖς ὡρισμέναις ἡμέραις καὶ σάββατα,  καὶ Κυριακαί· ὃ καὶ πολλοὶ τῶν ἁγίων πατέρων πεποιηκότες εὑρίσκονται,  καὶ μέχρι τεσσαρακοντάδος ἡμερῶν νηστεύοντες.» ΖΩΝΑΡΑΣ,   ερμηνεία στον Αποστ. 66,  ΡΠ2,  σ. 84. «Τὸ σάββατον οὐ νηστεύομεν,  ἵνα μὴ δόξωμεν ἰουδαΐζοντες· τὴν Κυριακὴν πανηγυρίζομεν,  διὰ τὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παγκόσμιον χαρὰν καὶ ἀνάστασιν· ὅτι τὸ μὲν δημιουργίας ἐστὶν ὑπόμνησις,  ἡ δὲ ἀναστάσεως,  μᾶλλον δὲ ἀναπλάσεως. Κατὰ μόνον δὲ τὸ μέγα (84/85) σάββατον,  καθ’ ὃ τὸ Κυριακὸν σῶμα ἐν τάφῳ ἄπνουν ἔκειτο,  νηστεύειν,  κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν τὴν λέγουσαν· Ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ νυμφίος,  τότε νηστεύσουσι,  προστετάχθημεν. Ὁ γοῦν παρὰ ταῦτα ποιῶν,  εἰ μέν ἐστι κληρικὸς,  καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκὸς,  ἀφοριζέσθω. Ὑπέξελε [sic] μοι τοὺς θείους πατέρας,  τοὺς δι’ ἄσκησιν ἔστιν ὅτε νηστεύοντας,  καὶ κατὰ ταύτας τὰς ἡμέρας· οὗτοι γὰρ οὐ κατακριθήσονται. Ζήτει καὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κανόνα νά. καὶ νγ΄.» ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ερμηνεία στον Αποστ. 66,  ΡΠ2,  σσ. 84-85.

[24] Ἀποστ. 51,  ΡΠ2,  σ. 67. Πρβλ. ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἑρμηνεία στον Ἀποστ. 51,  ἔνθ. ἀνωτ.,  ἑρμηνεία στὸν Ἀποστ. 53,  ὑποσημ. 1,  σ. 71 σσ. 66-68,  ΖΩΝΑΡΑΣ,  ἑρμηνεία στον Ἀποστ. 51,  ΡΠ2,  σσ. 67-68,  ΒΑΛΣΑΜΩΝ,  ἑρμηνεία στον Ἀποστ. 51,  ΡΠ2,  σ. 68.

[25] Πρβλ. Ἀποστ. 53,  64,  70,  ΣΤ΄ 55,  Γάγγ. 18. Δὲν κάνουμε ἀναφορὰ στὴν παροῦσα γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή,  διότι καὶ ἐσεῖς δέχεστε ὅτι τότε γίνεται νηστεία τὰ Σαββατοκύριακα (με κατάλυση οἴνου καὶ ἐλαίου). Ἐπίσης ῥητέον ὅτι στὶς περιπτώσεις ἀσθενείας προβλέπεται ἄσκηση οἰκονομίας γιὰ τὴ νηστεία ἐκ μέρους τοῦ πνευματικοῦ πατέρα.

[26] Βλ. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία κζ΄ τῆς ά.  Κορινθίους, PG 61, 223-232. Πρβλ. καὶ ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἑρμηνεία στον ΣΤ΄ 74, ὑποσημείωση 2 σσ. 284-285,  ΖΩΝΑΡΑΣ,  ἑρμηνεία στον ΣΤ΄ 74,  ΡΠ2,  σ. 476. Συνέπεια ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ὁριστικὴ ἀπαγόρευση αὐτῶν τῶν «ἀγαπῶν» μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς Καρθ. 42/49,  ΣΤ΄ 74.

[27] Ἐπιφυλασσόμεθα ὅπως ἤδη προαναφέρθηκε γιὰ μία ἐκτενέστερη μελέτη,  στὴν ὁποία θὰ θίγονται καὶ ἄλλες πολὺ σημαντικὲς παράμετροι,  ὅπως αὐτὲς ποὺ ἀφοροῦν ὄχι μόνο τὶς προϋποθέσεις πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας,  ἀλλὰ καὶ τὰ ὅσα προβλέπει ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὰ μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία,  τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψιν ὅσο θὰ ἔπρεπε, πρβλ. ἐκ τοῦ προχείρου τὰ ὅσα ἀναφέρει σχετικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὴν παραπάνω ὁμιλία εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους καὶ τὸν «Ἀόρατο Πόλεμο» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου του Ἁγιορείτου.

[28] Πρβλ. ΣΤ΄ 29,  ὁ ὁποῖος κατάργησε τὴν συνήθεια δείπνου πρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Πέμπτης,  ὡς ἀνάμνηση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου,  ποὺ γινόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Καρθαγένης,  ὡς τοπικῆς οὔσης,  κάτι ποὺ ἐπετρέπετο ἐκεῖ ὡς οἰκονομία· πρβλ. καὶ Καρθ. 41/48. Ὁ Καρθ. 47/56 ὁρίζει ὅτι τὸ νὰ εἶναι νήστεις οἱ λειτουργοὶ πρὸ τῆς Θείας Λειτουργίας ἐθεσμοθετήθη καὶ στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο: «… περὶ τῆς πίστεως γὰρ τοῦ ἐν Νικαίᾳ τρακτάτου ἠκούσαμεν· ἀληθές ἐστι περὶ τῶν γινομένων μετὰ τὸ ἄριστον ἁγίων,  ἵνα ἀπὸ νηστικῶν,  ὡς ἔστιν ἄξιον,  προσφέρωνται,  καὶ τότε ἐβεβαιώθη»,  πρβλ. Καρθ. 47/55,  56,  ΡΠ3,  σ. 416. Πρβλ. ἐπίσης ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ερμηνεία στον ΣΤ΄ 29,  σσ. 244-245. Πρβλ. ΠΗΔΑΛΙΟΝ,  ἑρμηνεία στον ΣΤ΄ 29,  σσ. 244-245. Ἐξαίρεση εἰσάγει ὁ 9ος Κανὼν τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου,  Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως,  στὴν περίπτωση μελλοθανάτου: «Δεῖ μεταδιδόναι τῆς θείας κοινωνίας τῷ ἀσθενοῦντι,  ἀποθανεῖν κινδυνεύοντι,  καὶ μετὰ τὸ γεύσασθαι βρώσεως.» ΡΠ4,  σ. 428.

Εκτύπωση κειμένου Αποθήκευση κειμένου σε '.pdf'
ENGLISH - Nέο 'Υλικό - Είδήσεις-Σχόλια -Κείμενα-'Άρθρα - Συναξάρι-Διηγήσεις - Βιβλικοκρισία - Πατ. Διδασκαλία
Μουσική - Συνδέσεις - Καινή Διαθήκη - Έπικοινωνία - Τεχνική Βοήθεια - 'Ερωτήσεις-΄Απαντήσεις - Κεντρική Σελίδα