[ΚΕΙΜΕΝΑ
- ΑΡΘΡΑ]

Γεωργίου Χασούρου
(Βιολόγου - Ἐκπαιδευτικοῦ)
ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ
ΚΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
(Κριτικὴ πάνω στὸ
ἄρθρο τοῦ κ. Γιανναρᾶ
«Ψυχανάλυση καὶ Ἐκκλησιαστικὴ
Ἀνθρωπολογία»)
Α) Ἡ «ἐκκλησία» τῆς Διεθνοῦς Ψυχαναλυτικῆς Ἑταιρείας.
Ἕνα ἄρθρο τοῦ κ. Γιανναρᾶ «ψυχανάλυση
καὶ Ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία» ποὺ
δημοσιεύθηκε τὸ περασμένο ἔτος στὸ περιοδικὸ
«Θεολογία» (τεῦχος Ἰουνίου 2003), ἀνεξήγητα
στὴν Ἀγγλικὴ γλώσσα, ἔρχεται νὰ προστεθεῖ
στὶς «προοδευτικές» ἐκεῖνες φωνὲς ποὺ ἀναζητοῦν
στὴν ψυχανάλυση καὶ τὴν ψυχολογία, -τὶς ἀνθρωπολογικὲς
καὶ ψυχοθεραπευτικὲς αὐτὲς μεθόδους καὶ
θεωρίες, ποὺ θὰ συμπληρώσουν καὶ θὰ ἐκσυγχρονίσουν,
ὅπως ἰσχυρίζονται,- τὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία
καὶ συνεπῶς καὶ ποιμαντική.
Οἱ «ἐκσυγχρονιστές» τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ στηρίξουν τὸ πάθος τους γιὰ ἀλλαγὴ καὶ ἀνανέωση, ἐπικαλοῦνται συχνὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: «Εἶμαι τῆς γνώμης , γράφει ὁ κ. Γιανναρᾶς, ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες
καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀγνόησαν τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση τῆς ἐποχῆς τους. Μᾶλλον
τὴν χρησιμοποίησαν γιὰ νὰ ρίξουν φῶς στὴν ἑρμηνεία τοῦ
πραγματικοῦ καὶ τῆς ὕπαρξης, ποὺ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία ἀποκαλύπτει. Πείθεται
κάποιος ἀπὸ αὐτὸ ἐξετάζοντας ἁπλῶς τὰ ἑρμηνευτικὰ σχόλια τῶν Πατέρων στὴν «Ἑξαήμερο» ἢ τὴν ὀρολογία καὶ τὴν μεθοδολογία
ποὺ υἱοθετοῦν οἱ Πατέρες ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη «Περὶ Ψυχῆς».
Ἀκόμα,«Σὲ ποῖο βαθμὸ ὑπάρχει ἀμοιβαία συμπληρωματικότητα μεταξὺ τῆς ψυχαναλυτικῆς ἄποψης γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑρμηνείας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης σὰν πρόσωπο;» ἀναρωτιέται ὁ συγγραφέας θεωρώντας ὅπως φαίνεται ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία παρουσιάζει κάποια κενὰ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ καλύψει ἡ ψυχανάλυση
–ψυχολογία καὶ ἰδιαίτερα ἡ Λακανικὴ σχολή.
«Ἀντλῶ αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις , γράφει ὁ κ.
Γιανναρᾶς, ἀπὸ τὴν γαλλικὴ σχολὴ τοῦ Λακᾶν ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πλέον πιστὸς στὴ Φροϋδικὴ παράδοση. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς στὸ χῶρο τῆς ψυχολογίας – ψυχανάλυσης οὕτως ὥστε κάθε λάθος ἢ ἀνακρίβεια θὰ ὀφείλεται στὴν ἀνεπάρκειά μου καὶ ὄχι στὶς πηγές μου»
Βέβαια ὁ κ.
Γιανναρᾶς ἀγνοεῖ ἴσως ὅτι ὁ Λακᾶν πολεμήθηκε σφοδρὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Διεθνῆ Ψυχαναλυτικὴ Ἑταιρεία σὰν ὁ πλέον ἄπιστος ἢ αἱρετικὸς τῆς Φροϋδικῆς παράδοσης κάτι ποὺ θὰ φανεῖ στὴ συνέχεια τοῦ ἄρθρου.
Νὰ ὑπενθυμίσουμε ἀκόμα ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ὁ Μ. Βασίλειος,
τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Γιανναρᾶς,
ἦσαν εἰδικοὶ πάνω στὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ἰατρικὴ
φυσιολογία, ἐπιστῆμες τὶς ὁποῖες εἶχαν σπουδάσει στὶς μεγαλύτερες
σχολὲς τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κατάρτιση οἱ Πατέρες , κεκαθαρμένοι, φωτισμένοι καὶ θεωμένοι ὄντες, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
διέθεταν τὴν «βασίλισσα» τῶν ἀρετῶν τὴν διάκριση, ὥστε νὰ διαβλέπουν καθαρὰ τί συμφέρει στὴν Ἐκκλησία νὰ προσλάβει ἀπὸ τὴ θύραθεν σοφία καὶ τί ὄχι. Ἀκόμα εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ Πατέρες δὲν προσέλαβαν ποτὲ ψυχοθεραπευτικές-φιλοσοφικὲς
μεθόδους τῆς ἐποχῆς τους οἱ ὁποῖες ἀσφαλῶς σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς
μαρτυρίες ὑπῆρχαν ( ὁ
σοφιστὴς Ἀντιφὼν διατηροῦσε
ψυχιατρικὴ κλινικὴ στὴ Κόρινθο ὅπου ἐξασκοῦσε ἕνα εἶδος ψυχανάλυσης
ἢ οἱ Ὀρφικοὶ καὶ οἱ Στωικοὶ θεράπευαν ἑρμηνεύοντας τὰ ὄνειρα), γιὰ νὰ ὀδηγήσουν τοὺς πιστοὺς ἀσφαλέστερα καὶ ἐπιστημονικότερα πρὸς τὴν θέωση. Οὔτε νομίζω ὅτι οἱ Πατέρες
χρησιμοποίησαν τὴν θύραθεν σοφία γιὰ νὰ συμπληρώσουν
τὴν σωτηριώδη θεολογία καὶ ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας παρὰ μόνο γιὰ νὰ ἀπαντήσουν στὴν εἰσβολὴ τῶν σοφιστῶν αἱρετικῶν μέσα στὴν Ἐκκλησία ποὺ ἀντιλαμβάνονταν διανοητικὰ τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης
καὶ οἱ ὁποῖοι καταλάβαιναν μόνο τὴ
φιλοσοφικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους.
Ποιὰ ἀνάλογη ἄραγε ἀνάγκη ἔχει προκύψει
στὶς μέρες μας γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ὥστε νὰ ἀπαιτεῖται ἡ πρόσληψη τῆς
ψυχανάλυσης ἢ τῆς ψυχιατρικῆς
στὴ ζωὴ της ἢ ποιὸς μπορεῖ σήμερα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι διαθέτει ἀνάλογη φώτιση καὶ διάκριση μὲ αὐτὴ τῶν θεοφόρων Πατέρων ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ προχωρήσει σ’ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα - ὅπως ἡ πρόσληψη κοσμικῶν
ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη –
δίχως νὰ προκαλέσει ζημιὰ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας;
Ἂν μάλιστα ἀναλογιστοῦμε ὅτι τὰ πορίσματα τῆς ψυχανάλυσης καὶ μάλιστα τῆς Λακανικῆς δὲν εἶναι κοινῶς
παραδεκτά ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα τότε ὁ κίνδυνος εἶναι ἀκόμα μεγαλύτερος.
Ὅσον ἀφορᾶ στὴν ψυχανάλυση , εἶναι γνωστὲς οἱ διαφωνίες καὶ οἱ «πολεμικές» ἀντιπαραθέσεις τόσο μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων
ψυχαναλυτῶν καὶ μή, ὅσο καὶ μεταξὺ τῶν
θρησκευομένων. Οἱ γνῶμες ἀκόμα καὶ μεταξὺ τῶν Φροϋδιστῶν ψυχαναλυτῶν διῒστανται σὲ τέτοιο βαθμὸ ὥστε ὄχι σπάνια
συμβαίνουν διαγραφὲς ἀπὸ τὴν Διεθνῆ ψυχαναλυτικὴ Ἑταιρεία, ὅπως στὴ περίπτωση τοῦ Λακᾶν ὁ ὁποῖος «ἀφορίσθη» ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ἑταιρεία, γιὰ τὶς «αἱρετικές» του ἰδέες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταγγείλει
τὰ παρακάτω: «ὑπογραμμίζω τὸ γεγονός, γιατί πρόκειται γιὰ γεγονός, ὅτι ἡ διδασκαλία
μου, ὑφίσταται ἀπὸ ἕνα ὄργανο ποὺ ὀνομάζεται Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ ἑνὸς διεθνοῦς ὀργανισμοῦ ποὺ ὀνομάζεται Διεθνὴς
Ψυχαναλυτικὴ Ἑταιρεία, μιὰ
λογοκρισία, ποὺ δὲν εἶναι διόλου συνηθισμένη, ἀφοῦ πρόκειται , οὔτε
λίγο, οὔτε πολὺ , γιὰ καθαρὸ ἀποκλεισμὸ αὐτῆς τῆς διδασκαλίας…Πρόκειται λοιπὸν γιὰ κάτι ποὺ εἶναι ἀπολύτως συγκρίσιμο μ’αὐτὸ ποὺ σὲ ἄλλους χώρους ὀνομάζεται ὁ ἔσχατος ἀφορισμός… Δὲν λέω –ἂν καὶ δὲν θὰ ἦταν ἀδύνατο –ὅτι ἡ ψυχαναλυτικὴ κοινότητα εἶναι Ἐκκλησία. Πάντως ἀναμφισβήτητα,
προκύπτει τὸ ζήτημα νὰ ξέρουμε τί μέσα της
μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἀπηχεῖ μιὰ θρησκευτικὴ
πρακτική…» (Ζὰκ Λακᾶν «Τὸ Σεμινάριο»Βιβλίο ΧΙ Ἐκδόσεις Ράππα σελ. 20-21)
Ὁ ἴδιος ὁ Λακᾶν λοιπὸν ἀποκαλύπτει τὴν θρησκευτικὴ διάσταση τῆς ψυχανάλυσης ὅπως καὶ δὲν ἀποκλείει τὴν πιθανότητα ἡ ψυχαναλυτικὴ κοινότητα νὰ συγκροτεῖ ἐκκλησία γεγονὸς τὸ ὁποῖο θὰ ἀποδείξουμε ξεκάθαρα
στὴ συνέχεια.
Β) Ἡ Διεθνὴς ἀδελφότητα τοῦ
Φρόιντ καὶ ὁ εὐσεβιστικὸς χαρακτήρας της.
Ὁ Φρόιντ ὑπῆρξε ὡς γνωστὸν φαινομενικὰ
ἄσχετος μὲ τὴ θρησκευτικὴ
ζωὴ ποὺ ἔχει σχέση μὲ θεολογικὰ δόγματα,
τελετουργικὸ τυπικὸ , μυστήρια κ.λ.π. Ἐν
τούτοις θὰ δείξουμε στὴ συνέχεια ὅτι αὐτὸς ὁ ἰατροφιλόσοφος
τῆς «ψυχῆς», ὅπως καὶ ὁ Λακᾶν , ἐμφορεῖτο περισσότερο ἀπὸ ἠθικοθρησκευτικὸ πνεῦμα, παρὰ ἀπὸ ἐπιστημονικό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἐκ προοιμίου μόνο ἀπὸ Ἐκκλησιαστικῆς σκοπιᾶς. Μόνο ἂν δεχθοῦμε ὅτι ἡ ψυχή μας εἶναι πνοὴ Θεοῦ, κτίσμα μὲν ἀλλὰ κατ΄εἰκόνα πλασμένη μὲ τὸν Δημιουργό της καὶ μὲ Θεῖες ἰδιότητες ( αὐτεξούσιο), μποροῦμε
νὰ καταλάβουμε τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ ψυχανάλυση ποὺ ἐξετάζει τὶς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς εἰσέρχεται ἀναγκαστικὰ καὶ ἀναπόφευκτα στὸ θρησκευτικὸ χῶρο μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι σπάνια νὰ θεολογεῖ βασιζόμενη τάχα σὲ ἐπιστημονικὰ
πορίσματα. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ψυχαναλυτὲς ὄχι μόνο προσπάθησαν
νὰ ἑρμηνεύσουν τὸ
θρησκευτικὸ φαινόμενο ἀλλὰ αὐτὴ καθ’ἑαυτὴ ἡ ψυχοθεραπευτικὴ τους μέθοδος ἀπετέλεσε ἕνα εἶδος ὁδοῦ ἠθικοπνευματικῆς ἀνάπλασης καὶ θεραπείας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.! Γράφει
ὁ Ἔριχ Φρὸμ ὁ ὁποῖος γνώριζε
προσωπικὰ τὸν Φρόιντ:
«...Τὸ ψυχαναλυτικὸ
κίνημα, τὸ ὁποῖο ὁ Φρόιντ τὸ 1910 πρὶν νὰ τὸ ὀνομάσει ἔτσι ἤθελε νὰ τὸ ἐντάξει σὲ μιὰ «Διεθνῆ Ἀδελφότητα γιὰ τὴν Ἠθικὴ καὶ τὴν Κουλτούρα ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ ἕνα φαρμακοποιὸ
τὸν Κνὰπ καὶ ποὺ εἶχε πρόεδρό της τὸν Φορέλ. Μιὰ Ἀδελφότητα ποὺ μάχεται ἐνάντια στὴν ἐξουσία τοῦ κράτους καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως σύντομα αὐτὴ ἡ ἀδελφότητα παραχώρησε τὴν θέση της στὴν Διεθνῆ ἀδελφότητα γιὰ τὴν ψυχανάλυση ποὺ ὀνομάστηκε «Διεθνὴς
ψυχαναλυτικὸς Σύλλογος» (Ἔριχ Φρὸμ «Ἡ ἀποστολὴ τοῦ Φρόιντ» (σελ. 78))
Αὐτὴ ἡ ἀδελφότητα κατέπνιγε κάθε διαφορετικὴ
γνώμη ποὺ ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «ἀλάθητη» ἀντιμετώπιση τῆς ψυχικῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν Φρόιντ. Ἔτσι πολλοὶ
ψυχαναλυτές, ὅπως ὁ Βίλχελμ Ράιχ, ὁ Ἄντλερ, ὁ Γιούνγκ, ὁ Πὲρλς κ.ἄ. ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν Φρόιντ καὶ ἵδρυσαν τὶς δικές τους «ἀλάθητες» σχολές.
Περιττὸ βέβαια νὰ ἀναφέρουμε ὅτι αὐτό τό φαινόμενο εἶναι ἄγνωστο στὸ χῶρο τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν, ὄχι ὅμως καὶ στὸ χῶρο τῆς πολιτικῆς, τῶν σεκτῶν καὶ τῶν
θρησκευτικῶν ὀργανώσεων. Στὴ συνέχεια ὁ Ἔριχ Φρὸμ καταγγέλλει τὸν ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ὁλοκληρωτικὸ χαρακτήρα τοῦ
Φροϋδισμοῦ.
«...Ὑπάρχει καμιὰ ἄλλη περίπτωση
θεραπείας ἤ ἐπιστημονικῆς
θεωρίας πού νὰ μεταμορφώθηκε σὲ κίνημα, διευθυνόμενο κεντρικά ἀπὸ μυστικὴ ἐπιτροπή, πού
προβαίνει σὲ ἐκκαθαρίσεις τῶν μελῶν της πού παρεκκλίνουν, μὲ τοπικὲς ὀργανώσεις σὲ μιὰ διεθνῆ ὑπεροργάνωση;
…Ὁ Φρόιντ διακήρυσσε ὅτι «ἀποτελεῖ μιὰ πλευρὰ τῆς ἰδιοσυστατικῆς
καὶ ἀπαράγραπτης ἀνισότητας τῶν ἀνθρώπων ὅτι ἔχουν
διαιρεθεῖ σὲ ἡγέτες καὶ ἐξαρτημένους.
Οἱ δεύτεροι, ἡ συντριπτικὴ
πλειονότητα, χρειάζονται μιὰ ἐξουσία ποὺ νὰ παίρνει ἀποφάσεις γι’αὐτοὺς στὴν ὁποία νὰ ὑποτάσσονται λίγο-πολὺ δίχως ὅρους»
«...Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ τραγικὲς
πλευρὲς τῆς ζωῆς τοῦ Φρόυντ: Ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὴν νίκη τοῦ Χίτλερ ἀπελπίζεται
σχετικὰ μὲ τὴν δυνατότητα τῆς δημοκρατίας κα